βαδιστός

βαδιστός, -ή, -όν (Α) [βαδίζω]
(για ποταμό) εκείνος τον οποίο μπορεί κανείς να διαβεί με τα πόδια (χωρίς σχεδίες).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βαδιστά — βαδιστά̱ , βαδιστής goer masc nom/voc/acc dual βαδιστής goer masc voc sg βαδιστής goer masc nom sg (epic) βαδιστός that can be passed on foot neut nom/voc/acc pl βαδιστά̱ , βαδιστός that can be passed on foot fem nom/voc/acc dual βαδιστά̱ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυβάδιστος — ον, Α πολύβατος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + βάδιστος (< βαδίζω), πρβλ. ταχυ βάδιστος] …   Dictionary of Greek

  • ταχυβάδιστος — ον, Α αυτός που βαδίζει γρήγορα, ταχυβάμων*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ταχυ * + βάδιστος (< βαδίζω), πρβλ. πολυ βάδιστος] …   Dictionary of Greek

  • θεοβάδιστος — η, ο (Μ θεοβάδιστος, ον) (για τόπους) αυτός στον οποίο βάδισε, περπάτησε ο θεός («το θεοβάδιστο όρος Σινά»). [ΕΤΥΜΟΛ. < θεο * + βαδιστός (< βαδίζω)] …   Dictionary of Greek

  • βαδισταί — βαδιστής goer masc nom/voc pl βαδιστός that can be passed on foot fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαδιστήν — βαδιστής goer masc acc sg (attic epic ionic) βαδιστός that can be passed on foot fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.